πολιτισμός (βίντεο,ποίηση,βιβλίο)

Για τον Νίκο Παπάζογλου:

Άνθρωποι σαν τον Νίκο δεν φυλάγονται, πηγαίνουν… στο καλό!

«Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ
γιατί μ’ έμαθες και ξέρω ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ,
να πεθαίνω όπου πατώ και να μη σε υποφέρω.
Αχ Ελλάδα θα στο πω, πριν λαλήσεις πετεινό
δεκατρείς φορές μ’ αρνιέσαι,
μ’ εκβιάζεις, μου κολλάς, σαν το νόθο με πετάς,
μα κι απάνω μου κρεμιέσαι.
Κάθε ένας είναι ένας που σύνορο πονά,
κι εγώ είμαι ένας κανένας, που σας σεργιανά…».
Ο «ένας κανένας» Νίκος Παπάζογλου με μπαντιέρα το κόκκινο μαντηλάκι και ιστίο το μπαγλαμαδάκι θα μας σεργιανά στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, στον Βαρδάρη, στην Τούμπα. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1948, από γονείς πρόσφυγες, διάλεξε από την αρχή στρατόπεδο. Σε μια Ελλάδα που το δήθεν των «ειδικών» αποστρεφόταν οτιδήποτε λαϊκό, που οι άνθρωποι του μόχθου θεωρούνταν «γυφτιά», τραγούδησε την εκδίκησή τους. Από τα 17 του κοινωνούσε τις αγωνίες του μέσα από εφηβικά γκρουπ. Αγαπούσε τη ροκ και τον Ντύλαν. Αντιλαμβανόταν ό,τι στ’ αλήθεια εξέφραζε αυτή η μουσική. «Η ηλεκτρική κιθάρα για μένα έχει τη φόρτιση διαμαρτυρίας των χρόνων που σακατεύονταν τα παιδιά στους βάλτους του Βιετνάμ ή σφάζονταν στη Λωρίδα της Γάζας και όλοι που μεγαλώναμε τότε καταπιεζόμασταν. Ο ένας έκανε βόμβα 15 μεγατόνων, ο άλλος 150, Ψυχρός Πόλεμος, κυνηγητό, χαφιεδισμός, δηλαδή η αντίδραση σε όλο αυτό το πράγμα γέννησε το ροκ σαν ανατρεπτική διάθεση που εξακολουθούμε και έχουμε. Όσοι το έζησαν εκείνο, το έχουν μια ζωή. Λοιπόν δεν μπορούσα να ακούω να έχουν απομονώσει τον ρυθμό και τα ηχοχρώματα αυτού όλου του κινήματος και να βάζουν μέσα σαχλά στιχάκια, να το ελαφραίνουν, να το ελαφραίνουν, να το ελαφραίνουν μέχρι εδώ που έφτασε σήμερα όπου δεν παίζει καν άνθρωπος». Το 1972, έφυγε στο Άαχεν της Δυτικής Γερμανίας να αναζητήσει τη διεθνή του τύχη στη μουσική με το συγκρότημα Ζηλωτής. Το 1976 επέστρεψε στην Ελλάδα που τον «πετούσε σαν νόθο», να την τραγουδήσει, να την κάνει να μη μοιάζει ξενιτιά. Μια πατρίδα έψαχνε μήπως στη μουσική του; Γιατί  η μουσική του είναι γεμάτη δρόμους, γεμάτη πηγαιμούς και ερχομούς. Και έναν λυγμό…που τον έμαθε στα τραγούδια των οικογενειακών τραπεζιών και του «έμοιαζε μαγικό το πώς μέρευε τους ανθρώπους». Με αυτόν τον λυγμό διέσχισε η φωνή του τα βάσανα και την ιστορία αυτού του τόπου.
Γύρισε και έμεινε στη Θεσσαλονίκη, στην Τούμπα, μέχρι το τέλος. Έφτιαξε εκεί τον κόσμο του. Και είπε: «Θα πάω και ας μου βγει και σε κακό» και όρμησε στη ζωή! Δεν τον ένοιαξε στιγμή να φυλαχτεί για το τέλος. Έτσι, σεμνός, ορμητικός, δυνατός και αδύναμος αγάπησε την περιοχή και τους ανθρώπους της. Εκεί, στο στούντιο Αγροτικόν Νο 3 έφτιαξε, στα 1978, την «Εκδίκηση της γυφτιάς» ως έναν λαϊκό  «Δωδεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά. Βόμβα στα θεμέλια του μουσικού καθωσπρεπισμού της εποχής από τη μια και του λαϊκισμού από την άλλη. Εκεί «ντράπηκε να επικοινωνήσει με τον κόσμο τη λυρικότητα του Αυγούστου». Εκεί η οικογένειά του αποτελούσε γι’ αυτόν καταφύγιο και ορμητήριο.
Στάθηκε πάντα φύλακας αυτών που δεν πουλιούνται. Και δεν ήταν σταρ, δεν είχε καμία σχέση με αυτό που τα περιοδικά εμφάνιζαν ή εξαφάνιζαν σαν «φρούτο εποχής». Ο Νίκος Παπάζογλου ήταν ροκ. Ήξερε πως «υπάρχει μια δόση φόβου σε ό,τι επιλέξεις», αλλά προτίμησε να μη χαριστεί πουθενά και σε κανέναν. Έκλεινε τις συναυλίες μόνος, ηχογραφούσε στο Αγροτικόν και όταν περίσσευαν λεφτά από συναυλίες σε χωριά και νησιά γίνονταν βιβλία για τις βιβλιοθήκες και μερεμέτια στα θεατράκια της περιοχής. Επέλεξε να επιλέγει και γι’ αυτό «δεν τον καθόρισαν τα ναι αλλά τα όχι που είπε». «Ραγίζει απόψε η καρδιά με το μπαγλαμαδάκι…» και ράγισε. Μπορεί να έφυγε νικημένος από τον καρκίνο στις 17 Απρίλη φέτος, αλλά φρόντισε πρώτα να παλέψει πολύ.
«Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά,
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε,
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά,
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε.
Θα πάω και ας μου βγει και σε κακό».
 Άνθρωποι σαν τον Νίκο δεν φυλάγονται, πηγαίνουν… ΣΤΟ ΚΑΛΟ!
Μαίρη Μωραϊτοπούλου, Αγγελική Χατζή

-Για τον Θανάση Βέγγο:Ένα αντίο για τον Θου-Βου.

Την Τρίτη 3 Μαίου ο Θανάσης Βέγγος, ο «καλός μας άνθρωπος», μας κούνησε το μαντήλι λέγοντας μας το στερνό του αντίο, παίρνοντας μαζί του την από χρόνια χαμένη αθωότητα μας, αυτήν που τόσο καλά ήξερε να μας θυμίζει προσωποποιώντας την στην οθόνη των λαϊκών κινηματογράφων μιας άλλης εποχής, από καιρό χαμένης μα όχι λησμονημένης. Μέσα από μύριες δυσκολίες κι άλλα τόσα κινηματογραφικά συναισθήματα, ανέδειξε τον τύπο του «Θανάση» αγαπητό κι αποδεκτά αναγνωρίσιμο, έναν λαϊκό ήρωα της σπουδαιότητας και βαρύτητας εκείνου του άλλου του ξυπόλητου και μπαλωμένου, που βουρλίζεται στο φτωχό το σεντονάκι του ντόπιου θεάτρου σκιών, του Καραγκιόζη.

Μα ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο αεικίνητος τύπος, ο δικός μας Θανάσης, με τις τόσο εκφραστικές κι ανθρώπινες και συγκινητικές μούτες; Για πού «ψιλοκουτσοπορεύεται»…. τρέχοντας;

Παιδί της γειτονιάς ο Θανάσης, όπως αυτή αναπτύχθηκε μεταεμφυλιακά στις παρυφές των μεγάλων αστικών κέντρων. Αυτή η γειτονιά ήταν η βάση εξόρμησης του και η αφετηρία κάθε κίνησης αλλά και η δημιουργική νότα των συναισθημάτων και συμπεριφορών του. Μια γειτονιά που από τη δεκαετία του 50, άρχισε να αλλάζει φυσιογνωμία από την αντιπαροχή, τους μεγαλοεργολάβους και την ασύδοτη εμπορευματοποίηση του χώρου κατοικίας. Τη γειτονιά που ακόμα κάθε δρόμος, κάθε αλάνα ήταν χώρος κοινωνικής συνεύρεσης και αναψυχής και που ακόμα απέπνεε μια αίσθηση συλλογικότητας, μια κοινή λίγο πολύ κοινωνική και πολιτιστική διαβίωση. Λαϊκός τύπος του πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη, λέγοντας συχνά το «ψωμί ψωμάκι» προσπαθεί να επιβιώσει σε μια κοινωνικά άδικη και καταπιεστική κοινωνία, όχι μόνο διασώζοντας, αυτός ένας ασήμαντος, την ανθρωπιά του και την αξιοπρέπεια του, αλλά στέλνοντας τόσο στο πανί, όσο και στην πλατεία το μέτρο της αξίας τους.

Μα πάνω από όλα, πιστεύει ο Θανάσης στον άνθρωπο και τα πεπρωμένα του. Αυτό είναι το κουράγιο και η απαντοχή του, αυτό είναι και το μήνυμα που στέλνει με όπλα του την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα. «Βοηθάτε συνάνθρωποι» κραυγάζει τραγικά στην εποχή της ιδιοτέλειας, του ατομισμού και της αποξένωσης, που προβάλει και επιβάλει η κρατικά οριοθετημένη και θεσμοθετημένη κοινωνική αδικία. Απευθύνεται σ’ όλους προσφωνώντας τους «καλέ μου άνθρωπε», ξέρει ότι για να βγεί από τη μιζέρια η συμβολή και η συντροφικότητα του διπλανού του, είναι απαραίτητος μονόδρομος, σ’ αυτόν τον αγώνα για το όνειρο. Χάρη σ’ αυτή του την πεποίθηση, θα πέφτει, θα σηκώνεται, θα δίνει και θα ζητά εμπιστοσύνη, ένα χαμόγελο και συχνά ένα λουλούδι. Αυτή είναι και η μεγαλοσύνη και παντοδυναμία αυτού του «ασήμαντου» νεοέλληνα

Δεν έχει ο Θανάσης καμιά ψευδαίσθηση για τα «κακά, μαύρα κι άραχνα» του κόσμου τούτου. Η εκφραστική παρουσία του και ο φαινομενικά απλός του λόγος αναπτύσουν μια κοινωνική κριτική και  μια αυτοκριτική διάθεση που «κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει». Με όπλο το τραγικό χιούμορ και τη σάτιρα, αναδεικνύει και ξεμπροστιάζει δομές, φορείς και εκπροσώπους του συστήματος. Με μια λαϊκή σκωπτικότητα και θυμοσοφία, φορέας αμέτρητων αντιθέσεων με τα καθιερωμένα, έρχεται σ’ αδιέξοδο, αναλαμβάνοντας για την επιβίωση αποστολές και δουλειές που μόνο ξύλο αποφέρουν -«το γάλα τρών οι άρχοντες, το μέλι οι παπάδες»-εκπέμποντας αγωνιώδη υπαρξιακή φωνή, διεκδικώντας δικαίωμα στο όνειρο, διαδηλώνοντας μια πανανθρώπινη έκκληση λαϊκής διαμαρτυρίας. Σίγουρα η χιουμοριστική και σατιρική χροιά του ύφους, του ήθους και του λόγου του Θανάση, πρέπει να αναζητηθεί μέσα στις ίδιες εκείνες συνθήκες, στις ίδιες εκείνες λειτουργίες αδιέξοδα και βιώματα του πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού αλλά και κινηματογραφικού χώρου της εποχής της εξέλιξης αυτού του τόσο προσφιλούς τύπου, αυτού του δικού μας ανθρώπου. Η όλη παρουσία του στην οθόνη είναι μια λαϊκή λειτουργία που κωδικοποιεί και παρουσιάζει την καθημερινή κοινοτική πραγματικότητα και «κλείνοντας το μάτι» στο κοινό επιζητά τη συναίνεση, την παρέμβαση, τη συμμετοχή. Και εμείς βλέπουμε έκπληκτοι να συναινούμε, να παρεμβαίνουμε και να συμμετέχουμε συναινετικά και μαζί με τον Θανάση στα κινηματογραφικά, κατ’ ευφημισμό μυθοπλαστικά, δρώμενα τα τόσο γνώριμα και καθημερινά δικά μας, αποδεικνύοντας ότι αυτή η λαϊκή παραδοχή αντικατοπτρίζει με τον ένα ή άλλο τρόπο τον κοινωνικό μας περίγυρο στη γειτονιά, στη δουλειά, στο σπίτι. Σίγουρα δεν υπερτονίζεται η ανοιχτή ρήξη με το σύστημα, όμως η όλη πρόταση του Θανάση το ξεσκεπάζει και το υποσκάπτει. Οι κυβερνητικές δομές, οι φασίστες, οι δικτάτορες και οι κολαούζοι τους, ο έφορος, ο βιομήχανος, ο ξεπουλημένος συνδικαλιστής, η εκτελεστική εξουσία, ο απλός χαφιές και τόσοι άλλοι «ξεγυμνώνονται» και διαπομπεύονται στα μάτια των θεατών μέσα από τις κωμικές καταστάσεις, σε μια διαρκή λειτουργία ανάλυσης του ρόλου του καθενός, όσο και της μεταξύ τους διαπλοκής. Ο κινηματογραφικός κόσμος του Θανάση είναι υπερεαλιστικός καθρέφτης και πολύ συχνά σουρεαλιστική καρικατούρα της πραγματικότητας, δοσμένος με υπερβολή (πρόσφορο και πάντα αποδοτικό θεατρικό σχήμα) και μια λαϊκή αφέλεια που πάντα ξαφνιάζει, μα και που πάντα περικλείει στο βάθος της μια φιλοσοφική σκωπτική διάθεση. Από την απλή διαμαρτυρία έως τη σύγκρουση, το τραγικό χιούμορ του Θανάση, αναμφίβολα αγγίζει την οδυνηρή μα και συνάμα αγωνιστική ταξική αυτογνωσία του λαού μας.

Από την άλλη ο αντιπολεμικός Θανάσης, χρησιμοποιεί τις νωπές ακόμη για την εποχή του μνήμες της Κατοχής για να στηλιτεύσει τον πόλεμο. Αν και ο ίδιος, σαν αντιήρωας, αγωνίζεται να επιβιώσει και τρέχει κυριολεκτικά να γλιτώσει από τους κινδύνους της εποχής, συνέχεια πέφτει πάνω τους, μπλέκοντας στα γρανάζια μιας κατοχικής τρομακτικής καθημερινότητας, αποδεικνύοντας ότι κανείς δεν μπορεί να μένει αμέτοχος. Ξένοι και ντόπιοι φασίστες, δοσίλογοι, οι εκτελέσεις, τα βασανιστήρια, η πείνα, η Αντίσταση και η τόσες θυσίες του λαού μας, δίνουν ένα ηχηρό κινηματογραφικό παρών, συνηγορώντας ενάντια στον πόλεμο και των αιτιών που τον προκάλεσαν και προειδοποιώντας ότι το «αυγό του φιδιού» πάντα εγκυμονεί εκκόλαψη.

Πόσο επίκαιρος άργες φαντάζει ο Θανάσης σήμερα. Κάποιος έγραψε συμβολικά ότι ο Θανάσης έπαψε να τρέχει όταν αρχίσαμε να τρέχουμε όλοι σαν αυτόν. Πράγματι σήμερα που ο λαός μας βιώνει την πιο βάρβαρη και εξοντωτική επίθεση ενάντια στα εργασιακά, κοινωνικά, ατομικά και πολιτιστικά δικαιώματα του, η αγωνιώδης υπαρξιακή κραυγή του για λαϊκή επικοινωνία και αλληλεγγύη, η πανανθρώπινη έκκληση διαμαρτυρίας και η εναντίωση για «όσα γίνονται για μας, χωρίς εμάς» και η πίστη και εμπιστοσύνη του στον άνθρωπο και τα όνειρα που του αξίζουν, φαντάζουν πολύτιμα, αναγκαία και επίκαιρα όσο ποτέ άλλοτε. Ο Θανάσης έτρεχε να προλάβει το χρόνο, στην αρχή σαν μεροκαματιάρης κι αργότερα σαν απεργός πείνας και σαν διαδηλωτής απέναντι στην αστυνομία (Θανάση, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι. 1980). Μα πάνω απ’ όλα ο Θανάσης έτρεχε να προλάβει τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπεια του και την καταξίωση του σαν αγωνιστής, για μέρες καλλίτερες που «που θα πάει» θα ρθουν σίγουρα σ’ αυτόν τον -έτσι που τον κάνανε- γιαλατζί ντουνιά.

Η καριέρα του Θανάση Βέγγου στο σινεμά, το θέατρο και την τηλεόραση, κάλυψε μισό αιώνα. Από οικογένεια αντιστασιακών γνώρισε την «αναμόρφωση» του Νέου Παρθενώνα» της Μακρόνησου. Μπήκε στη βιοπάλη και βίωσε καλά τα καζάντια της. Θα πει γι αυτόν ο Κώστας Βουτσάς «ταλαιπωρημένος στη ζωή του, άντεξε πολλά, άφησε εποχή». «Στη ζωή μου τράβηξα πολύ κουπί» θα πει ο ίδιος. Μεγάλος σαν άνθρωπος, μεγάλος σαν ηθοποιός κι ας ήταν αυτοδίδακτος. Ταυτιζόταν με τον θεατή και αναλάμβανε τα κοινά βάρη, σ’ ένα λυτρωτικό ρόλο, «παθαίνοντας αυτός για να μάθουν οι άλλοι», όπως κάπου πολύ σωστά γράφτηκε. Η ταινίες του στην ουσία ήταν ένα «σουρεαλιστικό ντοκυμαντέρ», «χιλιάδες μέτρα επικαίρων». Αναμφίβολα ήταν ο δικός μας άνθρωπος, με ανυπολόγιστη και πολύτιμη συμβολή στη λαϊκή ψυχαγωγία, με την κυριολεκτική του όρου έννοια (ψυχή άγω)!

Με τον Θανάση Βέγγο θάφτηκε κι ένα κομμάτι του εαυτού μας. Κάπου εδώ θα αφήσουμε το γραπτό μας και θα ξαναγυρίσουμε πίσω στα χρόνια, όταν νεαροί κι αμέριμνοι ακόμα γελούσαμε με τις μούτες, τις ατάκες του Θανάση, σε κάτι θερινά σινεμά, ενώ το ολόγιομο φεγγάρι ζαλισμένο με τα τόσα αρώματα από τα γιασεμιά και τα αγιοκλίματα γέλαγε κι αυτό με τα καμώματα ενός «ασήμαντου» ανθρωπάκου που έπαιζε τη μεγαλοσύνη του. Σε κάτι νυχτιές που μακάρι να μην τέλειωναν ποτέ!

Γιάννης Χατζής

23 οκτώβρη στο «εκτος των τειχών«

Παράσταση Καραγκιόζη

Ο γνωστός καραγκιοζοπαίχτης Γιάννης Χατζής, από τη Θεσσαλονίκη, θα δώσει παιδική παράσταση του Θεάτρου Σκιών, συνδυάζοντας την παράδοση με το σήμερα.

προβολες στη σφεντονα

πολιτισμος-τεχνη και λαϊκη παλη

Ολοένα και περισσότερο, ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση πληθαίνουν οι απάνθρωπες και αδίστακτες προσπάθειες της κυβέρνησης, με στόχο την αγριότερη καταλήστευση των εργαζομένων και την πλήρη παράδοση του στις διαθέσεις του κεφαλαίου. Τώρα, στης ακρίβειας τον καιρό, η οικονομική κρίση εντείνεται, η φτώχεια σκέπει τα πάντα, η εξαθλίωση γενικεύεται. Κατά τα άλλα, εκσυγχρονιζόμαστε! Με τα κέρδη των τραπεζών και των ασφαλειών να ανέρχονται με γεωμετρική πρόοδο, την αποβιομηχάνιση να διογκώνεται και ο μεταπρατικός, υπεργολαβικός και μεσιτικός χαρακτήρας της οικονομίας να πρωταγωνιστεί. Από την άλλη, βάλλονται όλα τα οικονομικά, ατομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα του λαού μας. Ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης και μαύρη εργασία, και ο κατάλογος αυτός έχει μόνο αρχή και όχι τέλος. Το κεφάλαιο τα θέλει όλα και τα θέλει τώρα. Σωρεία προβλημάτων που καιρό τώρα ξεπέρασαν κι αυτά ακόμα τα όρια τους και προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις, πορείες χιλιάδων διαδηλωτών, και ξεσπάσματα.
Μέσα σ’ όλα αυτά, κάθε μορφή κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας γίνεται μπίζνες που προσδοκά να βγάλει κέρδη, προσαρμόζοντας και προβάλλοντας γι’ αυτό το σκοπό πολιτιστικά πρότυπα, καλούπια και μεθόδους. Η πολιτιστική βιομηχανία ανθεί και μαζί της ένας πολιτισμός διεφθαρμένος παρακμιακός και απροσανατολιστικός. Κάθε λίγο και λιγάκι, στο Σύνταγμα και στην πλατεία Αριστοτέλους στήνονται εκδηλώσεις του στυλ «όλη η πόλη μια παρέα», ή «όλη η πόλη μια κερκίδα».
Μια εικονική πραγματικότητα που αταξικά ισοπεδώνει τις κοινωνικές ανισότητες και έρχεται σε διάσταση με τις πραγματικές ανάγκες και τα όνειρα των λαϊκών στρωμάτων. Κι όμως οι πόλεις μας δεν χωράνε τα όνειρα όλων. Οι δικές μας ανάγκες και προβλήματα δεν τσουβαλιάζονται μ’ εκείνα της μειοψηφίας του πλούτου. Τα δικά μας όνειρα δεν συναντιούνται και δεν σμίγουν πουθενά με εκείνα του κεφάλαιου και των υπηρετών του. Ο δικός τους πολιτισμός κατοικεί στις βίλες και τις νέες αναβαθμισμένες περιοχές, ενώ ο δικός μας επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο στο άθλιο πρόσωπο των χώρων ζωής και ύπαρξης μας, στις δικές μας γειτονιές.
Αν ο πολιτισμός και η τέχνη είναι μια μορφή κοινωνικής συνείδησης, απαντάται στο σύνολο των δραστηριοτήτων μας, έχει παιδευτικό χαρακτήρα και διαμορφώνει την ποιότητα της ζωής μας. Είναι αυτονόητη η συμβολή του κόσμου της εργασίας στην εξέλιξη και ανάπτυξη του πολιτισμού και της τέχνης. `Ελεγε ο Μπρεχτ το 1955 όταν πήρε το βραβείο Λένιν για την ειρήνη «Το πιο σημαντικό μάθημα που έμαθα ήταν πως το μέλλον της ανθρωπότητας μπορεί να ιδωθεί μόνο από τα κάτω, από τη σκοπιά των καταπιεσμένων και εκμεταλλευομένων. Μόνο όποιος αγωνίζεται μαζί τους αγωνίζεται για την ανθρωπότητα…». Να ποιος είναι ο δρόμος κάθε εργαζόμενου, να ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο του πολιτισμού, να ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη.
Αν κάποιος θα ήθελε να σκιαγραφήσει τις επιδιώξεις του κεφαλαίου για ένα πολιτιστικό γίγνεσθαι, «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα των συμφερόντων του, τις επιδιώξεις που διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό το πολιτιστικό τοπίο, θα παρατηρούσε:
1. Την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση της τέχνης.
2. Τον ανταγωνισμό της «νεοφιλελεύθερης» οικονομίας.
3. Τον πολιτισμό της κονσέρβας και του προκάτ.
4. Τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στο συγκεκριμένο τομέα.
5. Την αποκοπή της τέχνης από τον κοινωνικό της ρόλο.
6. Την κυρίαρχη άποψη για το περιεχόμενο του πολιτισμού και της τέχνης.
7. Την προλεταριοποίηση των καλλιτεχνών.
8. Το θεσμό των χορηγιών.
9. Το καθεστώς των εργαζομένων στον Πολιτισμό.

Ιδιωτικοποίηση και εμπορευματικοποίηση της τέχνης.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοφάνερη η αντιλαϊκή επέλαση του κεφάλαιου, ενάντια στην τέχνη, τον πολιτισμό και την πολιτιστική κληρονομιά. Όλα αυτά γίνονται εμπορεύσιμα μεγέθη, που πρέπει να πληρούν τις οικονομικές ντιρεκτίβες της στρατηγικής της Λισαβόνας για τον πολιτισμό. Ανακαλύπτεται ότι το πολιτιστικό κεφάλαιο είναι η νέα βάση του πλούτου, με την ίδια σημασία που έχουν η βαριά βιομηχανία και η γεωργία. Τα πολιτιστικά προϊόντα έχουν την ίδια οικονομική σημασία με τα πολύτιμα μέταλλα. Αυτές είναι διαπιστώσεις των κεφαλαιοκρατών δια στόματος των ντόπιων υποτακτικών τους. `Ετσι η δημόσια πολιτική, πάντα με τα λεγόμενα τους, πρέπει να χαραχθεί «δίνοντας κίνητρα, π.χ. μείωση φορολογίας, που να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη δημιουργικών εταιρειών των οποίων οι ιδέες είναι τα προϊόντα τους». Πολιτισμός και παιδεία αποτελούν ραγδαία αναπτυσσόμενους κλάδους, που συμβάλουν σημαντικά στην κερδοφορία των επιχειρήσεων, συμβάλλουν ακόμη και στην ανάπτυξη κι άλλων τομέων της οικονομίας (π.χ. τουριστικό κεφάλαιο). Επέλαση λοιπόν του ιδιωτικού κεφάλαιου και συμπράξεις ιδιωτικού κεφάλαιου με το δημόσιο. Πρόκειται για έναν ξεκάθαρο ταξικό προσανατολισμό της εκμετάλλευσης του πολιτισμού. Όλα λοιπόν στο σφυρί για την ολοκληρωτική μετατροπή του πολιτισμού σε εμπορεύσιμο προϊόν.
Αρχαιολογικοί χώροι (π.χ αρχαία Ολυμπία), μουσεία (π.χ. μουσείο Ακρόπολης), κρατικά θέατρα, η λυρική σκηνή, παλιοί βιομηχανικοί χώροι που αναπλάσονται και μεταλλάσσονται σε πολιτιστικούς χώρους (π.χ. Γκάζι, Μύλος), παλιά κτίσματα που γίνονται εμπορικά κέντρα (π.χ. Μετοχικό Ταμείο Στρατού) όλα θυσία για την κερδοφορία του πολιτιστικού κεφαλαίου. Και όλα από «ντούρους» πατριώτες, ελληναράδες του κερατά, που έχουν καβαλήσει τον Βουκεφάλα του Μεγαλέξανδρου και κοτσάρουν την περικεφαλαία του Φίλιππου και του Περικλή. Δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε κάποιες άλλες εποχές, στην πολιορκία της τουρκοκρατούμενης Ακρόπολης από τους λαϊκούς αγωνιστές του Καραϊσκάκη. Τότε που είχαν τελειώσει τα βόλια των τούρκων και έσπαζαν τις κολόνες για να πάρουν το μολύβι να κάνουν βόλια, οι έλληνες τους έστειλαν βόλια για να σταματήσουν να καταστρέφουν τις αρχαιότητες.
Αν όλοι οι παραπάνω τομείς συνθέτουν την εικόνα του πνευματικού, λεγόμενου, πολιτισμού, καθόλου δεν πρέπει να υποτιμάται ο πολιτισμός της τεχνολογίας, που είναι η βάση του σύγχρονου θεάματος και ακροάματος και αποδίδει στο κεφάλαιο κολοσσιαία κέρδη. Μιλάμε για το σινεμά, cd, dvd, βίντεο, ίντερνετ, ΜΜΕ, ηλεκτρονικά παιχνίδια, συναυλίες, φεστιβάλ, συνέδρια και τόσα άλλα που συνθέτουν κερδοφόρες επιχειρήσεις και συνάμα σύγχρονους δρόμους αποπροσανατολισμού. Όλα αυτά πάντα μέσα από μια αταξική θεώρηση μια βιομηχανία ψευδαισθήσεων, που φυσικά χρειάζεται και τις κατάλληλες υποδομές. Εμπορικά κέντρα στην Ολυμπία από τη μια, αναπλάσεις, ανεγέρσεις, τουριστικές υποδομές, τηλεπικοινωνίες, ερευνητικά κέντρα, στούντιο και βάλε από την άλλη, πάντα σύμφωνα με τα προσδοκώμενα οικονομικά κέρδη. Στις περισσότερες φορές πρόκειται για παρασιτικές πλαισιώσεις του πολιτισμού, όπου για το πολιτιστικό προϊόν, που πρέπει να περπατήσει στην αγορά προβάλλεται μια ωραιοποιημένη βιτρίνα, αναζητήστε τη διαφήμιση, για να χτιστεί η ανάλογη «μούρη» που να δικαιολογεί και τις απρόσιτες για το λαό τιμές.
Περιττό να αναφερθεί ότι όλα αυτά θεσμοθετούνται στο πλαίσιο της εμπορευματοποίησης του πολιτισμού και της πολιτιστικής κληρονομιάς με βάση διαχείρισης ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Ανταγωνισμός και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Ένας ακήρυκτος πόλεμος συμφερόντων με κτυπήματα κάτω από τη μέση εξελίσσεται στην πολιτιστική βιομηχανία για τα μερίδια αγοράς. Κι ενώ πρόκειται για έναν νεοφιλελεύθερο αδίστακτο ανταγωνισμό, της περισσότερες φορές μοστράρεται σαν δήθεν υψηλής σημασίας πνευματικό ιδανικό. `Ετσι την ώρα που η ΕΕ καίγεται και τσουρουφλίζεται για ν’ αποσπάσει μερίδια στην αγορά από Αμερικάνικα και Ιαπωνικά συγκροτήματα, ανερυθρίαστα δηλώνει ότι «οι τέχνες και ο πολιτισμός έχουν σημαντικό ρόλο να παίξουν στη διατήρηση και την ενίσχυση της κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας και τρόπου ζωής» κι ακόμη «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη ξεκινήσει έναν ευρύ διάλογο για τη σημασία του πολιτισμού στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».
Επιχειρείται η επιβολή μιας ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτιστικής ταυτότητας στους λαούς, ώστε να νιώθουν όλοι υπήκοοι του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Πρόσφατα γίναμε μάρτυρες ενός τέτοιου ανταγωνισμού με τα αμερικάνικα συμφέροντα στην περίπτωση της ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων και φυσικά καθόλου τυχαία δεν ήταν η επιλογή της Θεσσαλονίκης σαν πολιτιστικής πρωτεύουσας το 1997. Μια επιλογή που προωθούσε τα ιμπεριαλιστικά σχέδια για το μοίρασμα των αγορών στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, τις ανακατατάξεις στο βαλκανικό χώρο και το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας.
Η ντόπια αστική τάξη και το όποιο ντόπιο κεφάλαιο προσπαθούν να μπουν στο χορό για κάνα κόκαλο, προβάλουν τη δικιά τους βιτρίνα και γελά και το παρδαλό κατσίκι, όχι όμως ο έλληνας φορολογούμενος. Η Θεσσαλονίκη ντύνεται βυζαντινή βασίλισσα, καμαρώνει σαν μητροπολιτικό κέντρο των Βαλκανίων, πριμοδοτεί σε εθνικιστικές κορώνες (Σκόπια) και ξεπουλάει ότι υπάρχει για να πάρει το κάτι τι της. Γίνεται κέντρο ενδιαφέροντος συνεδρίων, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, χρηματιστηρίων, ξένων τραπεζών και παρατραπεζών, ενεργειακών και τηλεπικοινωνιακών δικτύων, οδών. Το χρηματιστικό, ψηφιακό και κατασκευαστικό κεφάλαιο στην απογείωση τους.
Στο μεγάλο φαγοπότι του πολιτισμού, ακόμα και τα σκάνδαλα υποτάσσονται στη λογική και την υπηρεσία ενός ανταγωνισμού που όλα τα επιτρέπει, σαν αποτέλεσμα κάποια ξεσπούν, θυσιάζοντας κάτι μπροστά στον τελικό σκοπό. Αφήνουν έτσι να δούμε, ή μάλλον να υποψιαστούμε από τη χαραμάδα τους, όλη τη βρώμα και τη δυσωδία των προσώπων και πραγμάτων της ιμπεριαλιστικής πολιτιστικής επιβουλής.

Ο πολιτισμός της κονσέρβας και του προκάτ.
Η κυρίαρχη πολιτιστική άποψη.
Η αποκοπή της τέχνης από τον κοινωνικό της ρόλο.

Ζούμε μέσα σε μια ταξική κοινωνία, μέσα σ’ ένα συνεχή κι αδιάλειπτο ταξικό αγώνα. Η τέχνη σαν μορφή κοινωνικής συνείδησης καθορίζεται από την οικονομική βάση της κοινωνίας και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι αταξική. Ταυτόχρονα είναι ένα ιδεολογικό όπλο, τόσο από τη μεριά των λαϊκών μαζών, όσο κι από τη μεριά των κεφαλαιοκρατών, που σήμερα αποτελούν την κυρίαρχη τάξη. Ο ιμπεριαλισμός και η ολιγαρχία προσπαθούν να επιβάλουν έναν κοσμοπολίτικο πολιτισμό, μια αντιλαϊκή κουλτούρα, προκειμένου να αποπροσανατολίσουν, να εκφυλίσουν και να καταστρέψουν κάθε λαϊκό πολιτιστικό υπόβαθρο. Στην προσπάθεια τους αυτή δημιουργούν και αναπαράγουν πολιτιστικά πρότυπα, που τα προβάλουν με κάθε πρόσφορο μέσο μαζικής απήχησης. Πρόκειται για πολιτιστικά πρότυπα κονσέρβες και μέθοδους προκάτ, που παράγονται από λίγους και δεν συνάδουν με τις πραγματικές ανάγκες και προσδοκίες των λαϊκών στρωμάτων. `Ενας πολιτισμός ελεγχόμενος από λίγες πολυεθνικές, πέρα για πέρα εμπορεύσιμος. Μέσα από αυτόν προβάλλονται ωραιοποιημένα οι ιμπεριαλιστικές τους επιλογές και απόψεις για τον πόλεμο, το περιβάλλον, την εργασία. Ο νόμος της ζούγκλας επιβραβεύεται, ο μύθος του Superman καταξιώνεται και ο απλός άνθρωπος, σαν παθητικός θεατής μιας μοίρας που άλλοι προδιαγράφουν σ’ ένα πολιτισμό ψευδαισθήσεων, απαξιώνεται. Η τέχνη κι ο πολιτισμός αποκόπτονται από τον κοινωνικό τους ρόλο.
Πέντε-δέκα κονσέρβες μοτίβων πάνω σε γνωστούς δρόμους ατομισμού και κεφαλαιοκρατικών ιδανικών καλύπτουν το περιεχόμενο του τραγουδιού, του σινεμά, της σόου μπίζνες και βάλε. Ακόμη και τα παιδικά παιχνίδια είναι προσανατολισμένα σ’ αυτή την κατεύθυνση. Θυμηθείτε την Μονόπολη, και κάποια άλλα πολεμοχαρή παιχνίδια.
Τέχνη για την τέχνη, ή μάλλον καλύτερα τέχνη για τα μεγάλα συμφέροντα του κεφαλαίου. `Ενας πολιτισμός σε διάσταση με τις πραγματικές ανάγκες του λαού. Αντιστροφή της πραγματικότητας για έναν πέρα για πέρα άχρηστο πολιτισμό, μια άχρηστη τέχνη. Αυτή είναι η κυρίαρχη άποψη για το περιεχόμενο του πολιτισμού και της τέχνης.


Η προλεταριοποίηση των καλλιτεχνών. Οι εργαζόμενοι στον πολιτισμό.

Σ’ ένα καθεστώς ευτέλειας και ανταγωνισμού του κεφάλαιου, η καλλιτεχνική δημιουργία αντιμετωπίζεται σαν οικονομικό μέγεθος που υπακούει στις συνθήκες της αγοράς και τις προσδοκίες των κεφαλαιοκρατών. ‘Ετσι λειτουργούν διάφοροι δίαυλοι που ελέγχουν ασφυκτικά την καλλιτεχνική παραγωγή και γενικά όλους τους τομείς του πολιτισμού. Όλο και περισσότερο, τομείς του πολιτισμού εκχωρούνται σε μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους, ενώ δίνονται μεγάλα κίνητρα και διευκολύνσεις στο επιχειρηματικό κεφάλαιο. Ο έλεγχος και η καταλήστευση του εισοδήματος των καλλιτεχνών και της υπεραξίας των παραγομένων έργων είναι το ζητούμενο, και επιτυγχάνεται ποικιλότροπα μέσω των διάφορων φεστιβάλ, των χορηγιών, των γκαλερί, των αιθουσών τέχνης και της εμπορίας των εργων τέχνης. Οι «ημέτεροι», τα «δικά τους παιδιά», παίρνουν το μεγάλο μερίδιο και έχουν ξεχωριστή προβολή.
Η εργασία του καλλιτέχνη ενσωματώνεται στο κόστος του παραγόμενου έργου τέχνης, προϊόντος γι αυτούς, και αμείβεται με γνώμονα την καταλήστευση των καλλιτεχνών και το χαμηλό κόστος παραγωγής σε προϊόντα που πουλιούνται μετά σε δυσανάλογες σε κόστος τιμές. Αποτέλεσμα οι καλλιτέχνες να γίνονται ολοένα πιο φτωχοί και οι περισσότεροι να κάνουν άλλες δουλειές για να επιβιώσουν. Να λοιπόν και η εντατικοποίηση των συνθηκών εργασίας, η προς το χειρότερο διαφοροποίηση των εργασιακών σχέσεων, ο διαχωρισμός του καλλιτέχνη από το έργο του με τις εκβιαστικές παρεμβάσεις ενσωμάτωσης, ή περιθωριοποίησης των δημιουργών. Σε τέτοιες άθλιες συνθήκες δεν είναι λίγοι οι δημιουργοί που αποστρατεύονται κάτω από το δίλημμα της επιβίωσης.
Παράλληλα, πρέπει να σταθούμε και στο εργασιακό καθεστώς των εργαζόμενων στον Πολιτισμό. Κύριο χαρακτηριστικό του η πλήρης κατάργηση των εργασιακών σχέσεων και κάθε ασφαλιστικού, κοινωνικού και ατομικού δικαιώματος. Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα με κορυφαίο πολιτιστικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον, χιλιάδες θέσεις εργασίας, θέσεις που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι κενές, ή εν μερει καλύπτονται από ωρομίσθιους, συμβασιούχους και έκτακτους, που οι περισσότεροι έχουν να πληρωθούν μήνες. Κι ενώ το ίδιο το υπουργείο δηλώνει ότι απαιτούνται 3.300 άτομα για να καλύψουν τις απολύτως απαραίτητες ανάγκες μόνο για τον χειμώνα, γιατί το καλοκαίρι οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες, προχωρά σε πογκρόμ απολύσεων και παγώνει τις προσλήψεις. Το Νοέμβρη του 2007 υπηρετούσαν 5.200 συμβασιούχοι, το 2008 υπηρετούσαν μόνο 1.800. Για 3.000 εργαζόμενους δεν ανανεώθηκαν οι συμβάσεις που έληξαν το 2007. Σε ένα τέτοιο καθεστώς εξαθλίωσης καταλαβαίνουμε τα μεγέθη της σημερινής ομηρίας, της ανεργίας και τα αδιέξοδα της καθημερινής επιβίωσης χιλιάδων ατόμων.

Οι χορηγίες
Με νόμο της ΝΔ και τις ευλογίες του ΠΑΣΟΚ, όσον αφορά τις πολιτιστικές χορηγίες, υπάρχει 100% φοροαπαλλαγή του χορηγούμενου ποσού, νόμος που θα επεκταθεί και στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πολιτιστική χορηγία γίνεται λοιπόν βασικό κομμάτι της πολιτιστικής πολιτικής σε συνδυασμό με τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Από τη μεριά του, ο Συνασπισμός δια στόματος Αλαβάνου δηλώνει «είμαστε διατεθειμένοι να στηρίξουμε μορφές χορηγίας εφόσον ανταποκρίνονται σ’ ορισμένα κριτήρια» και συνεχίζει «αν διαμορφωθεί ένας διαφανής και δίκαιος θεσμός».
Στους αποδέκτες της χορηγίας είναι και οι δήθεν «πολιτιστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες». Οι ιδιωτικοί πολιτιστικοί φορείς θα συνάπτουν απευθείας συμβάσεις χορηγίας. Συστάθηκε και γραφείο χορηγιών όπου υποβάλλονται οι χορηγίες. Γι αυτούς η απελευθέρωση της πολιτιστικής αγοράς όπως λένε, έρχεται σε υλοποίηση ντιρεκτίβων της ΕΕ. Σ’ ένα τσουβάλι πολιτισμός και κεφάλαιο. Το πολιτιστικό αγαθό, ενώ πρέπει να είναι ελεύθερο και κτήμα του λαού, γίνεται οικονομικό εργαλείο επιβολής των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων. Στα πλαίσια αυτής της εμπορευματοποίησης πραγματοποιούνται διάφορα επιδοτούμενα σεμινάρια για καλλιτέχνες και εργαζόμενους στον πολιτισμό. Πρέπει όλοι να προσαρμοσθούν στα νέα ήθη. Να μάθουν να προσελκύουν χορηγούς, να βρίσκουν νέες ευκαιρίες προσέλκυσης κεφαλαίων για πολιτιστική ενίσχυση και γενικά να μάθουν «τις βασικές έννοιες του πολιτισμού», δηλαδή του σύγχρονου πολιτιστικού μάρκετινγκ.

Και μετά από όλα αυτά, τι;
Σ’ αυτήν την απαξίωση και ευτέλεια του πολιτισμού, σ’ αυτήν την εμπορευματοποίηση και εκπόρνευση κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας, σ’ αυτή την καταλήστευση και εξαθλίωση όσων ασχολούνται με κάθε τρόπο με τον πολιτισμό και την τέχνη, η υπεράσπιση των λαϊκών πολιτιστικών δικαιωμάτων δεν είναι υπόθεση μόνο των καλλιτεχνών, είναι υπόθεση όλης της εργατικής τάξης. Σ’ αυτή τη νέα πολιτιστική τάξη πραγμάτων που επιβάλουν τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οι πολυεθνικές, ψευδαισθήσεις για το χαρακτήρα τους και για το τι στόχους μπορούμε να πετύχουμε στον αγώνα μας δεν χωρούν.
Στη χειραγώγηση της τέχνης και του πολιτισμού πρέπει να αντιτάξουμε ένα λαϊκό κίνημα και απορρίπτοντας τις επιλογές του κεφάλαιου να γίνουμε εμείς το υποκείμενο κι όχι το αντικείμενο της πολιτιστικής εξέλιξης. Μια μαζική, διαρκής και συντονισμένη απάντηση σ’ ένα ταξικό αγώνα, γιατί περί αυτού πρόκειται. Φυσικά το όλο θέμα, όπως και τόσα άλλα θα λυθούν οριστικά κι αμετάκλητα, μόνο όταν αλλάξει η οικονομική βάση αυτής της κοινωνίας. Προτάσσοντας την αναγκαιότητα της κοινής δράσης και με τη βεβαιότητα ότι το πολιτιστικό θα κριθεί μέσα στο κίνημα και στους αγώνες της βάσης του, πρέπει να ξεκινήσει μια συστηματική και κοπιαστική προσπάθεια που να συνδέει τον πολιτισμό και την τέχνη με την ταξική πάλη. Φυσικά και τα πολιτιστικά, όσο και η τέχνη βάζουν πολλά ερωτήματα που απαιτούν απαντήσεις και πολλές απαντήσεις που βάζουν ερωτήματα. Η αλήθεια είναι ότι στα πολιτιστικά το κίνημα έχει πολλά κενά και λίγο πολύ όλοι μας έχουμε μια μικροαστική αντίληψη για τον τόσο σπουδαίο αυτό τομέα.
Λοιπόν τι κάνουμε; Τα προβλήματα του πολιτισμού και της τέχνης είναι εκεί έξω στους δρόμους που καθημερινά κινιόμαστε. Πως θα τα αντιμετωπίσουμε; Πως θα υπερασπισθούμε το συμφέρον μας; Ποιες προτάσεις αντίστασης, αγώνα και λαϊκής οργάνωσης καταθέτουμε;
Πώς να ξεκινήσουμε; Μα από τον εαυτό μας! Να κατανοήσουμε ότι και στον τομέα του πολιτισμού διεξάγεται μια αδίστακτη ταξική πάλη, μέσα από την οποία η αστική τάξη προωθεί τις άνομες επιδιώξεις της. Να καταλάβουμε τις ιδιαιτερότητες αυτού του αγώνα και τη συμβολή της τέχνης στη διαμόρφωση μιας λαϊκής, αγωνιστικής προοπτικής. Πάνω από όλα παλεύουμε στον κόσμο, με τον κόσμο και για τον κόσμο. Σήμερα στην τέχνη και τον πολιτισμό η ταξική πάλη διεξάγεται πάνω-κάτω με τους όρους της αστικής τάξης. Αυτοί οι όροι πρέπει να ανατραπούν. Και θα ανατραπούν μαζί μ’ άλλους που αρνούνται τη χειραγώγηση της τέχνης και του πολιτισμού. Μ’ όλους αυτούς που ξέρουν ότι «τα υπουργεία και οι δήμοι και τα σωματεία και οι οργανισμοί είναι μολυσματικές εστίες οι οποίες όταν δε σε διαφθείρουν, σε εξαγοράζουν, σε εξαχρειώνουν και σε αναγκάζουν να μάθεις να γλύφεις, να γίνεσαι κόλακας, να μετέχεις σε ομάδες, συμμορίες, σπείρες και κλίκες», όπως έλεγε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Ας κουβεντιάσουμε λοιπόν πρώτα με τον εαυτό μας κι ας βρούμε δημιουργικές λύσεις για την ανάπτυξη της προσπάθειας μας σε συλλογικό επίπεδο. Ας ανοίξουμε με τον κόσμο κουβέντα για τα πολιτιστικά. Ας παρέμβουμε κι ας ενισχύσουμε με τις απόψεις μας κάθε συλλογική προοδευτική πολιτιστική έκφραση στο χώρο που ζούμε. Ας στήσουμε πολιτιστικές εστίες αντίστασης στις γειτονιές κι ας μη φοβηθούμε να ρθούμε σε αντιπαράθεση με τον καθένα που θα προβάλλει την ψευδαίσθηση και τον αποπροσανατολισμό σαν πολιτιστικό έργο. Να στηρίξουμε κάθε καλλιτέχνη και κάθε ερασιτεχνική δημιουργία, που με το έργο τους προωθούν τη λαϊκή προοπτική. Ας συνδέσουμε τον αγώνα μας με τον αγώνα του εργαζόμενου λαού για μιαν άλλη κοινωνία, όπου ο πολιτισμός και τα αγαθά του θα είναι κτήμα όλου του λαού και δεν θα βασίζεται στην εκμετάλλευση.
Ένα πολιτιστικό κίνημα εργαζομένων, νεολαίων, καλλιτεχνών σαν μέρος της γενικότερης ταξικής πάλης είναι δυνατό, ιδιαίτερα ανάμεσα στη νεολαία. Οι προπαγανδιστικές στην αρχή προσπάθειες μας, μπορεί και πρέπει να πάρουν στην πορεία κοινωνική απεύθυνση και μια συλλογικότητα που θα αναδείξει δημοκρατικά το περιεχόμενο της δράσης μας και τις μορφές πάλης.
Μα πάνω απ’ όλα να ζήσουμε τη ζωή της γειτονιάς μας, της επαρχίας μας και ν’ ακούσουμε τη φωνή τους. Να γνωριστούμε επιτέλους μεταξύ μας με τους δίπλα και να κουβεντιάσουμε μεταξύ μας τα τόσα ζόρια και χαϊρια μας. Μα προπάντων να αντισταθούμε σ’ όλους αυτούς που κουρέλια κάνουν τα όνειρα μας. Να εμπιστευτούμε ο ένας στον άλλο και να ονειρευτούμε έναν πολιτισμό που να συνάδει με τις πραγματικές ανάγκες μας. Ας στήσουμε ένα κίνημα που να προβάλει το όραμα ενός καλύτερου αύριο, ενός πολιτισμού με λαϊκό και ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό το όραμα κι αυτό το πολιτιστικό κίνημα καλούμαστε σήμερα να επαναπροσδιορίσουμε και να αναστηλώσουμε.

Γιάννης Χατζής

Για την καταγωγή του Καραγκιόζη, σύμφωνα με την UNESCO

Ένα άρθρο του Γιάννη Χατζή με τίτλο:

«Στου κασίδη το κεφάλι πολλοί μαθαίνουν κούρεμα!»

Από τηνΠρολεταριακή Σημαία, 646, 24/7/10

Η απόφαση της UNESCO με την οποία κατοχυρώνεται στην Τουρκία η καταγωγή του Καραγκιόζη και του Χατζηαβάτη έρχεται να ταράξει τα νερά του πολιτιστικού είναι της περιοχής (το θέμα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και την Αίγυπτο και την Περσία) και να αναδείξει μια σειρά προβλήματα, που άπτονται λαογραφικού, αλλά και πολιτικού ενδιαφέροντος. Όταν η εμπορευματοποίηση της τέχνης αποτιμάται σε σοβαρά οικονομικά οφέλη και όταν οι λαϊκές ιδιαίτερα τέχνες φοράν τον μανδύα του φολκλόρ στην υπηρεσία του Τουρισμού, η απομάκρυνση τους από μια ουσιαστική λαϊκή λειτουργία, ενθαρρύνει την έντεχνη δημιουργία, την προκάτ παραγωγή και τον πολιτισμό της κονσέρβας, μόνο που οι κονσέρβες πρέπει σύμφωνα με το marketing να έχουν επωνυμία. Κι εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος που φέρνει το όνομα του τελεμέ, του Καραγκιόζη, του μπακλαβά κι ότι άλλο ήθελε κανείς να προσθέσει, ανάλογα με τη «σούμα του ταμείου» και τις υποβόσκουσες εθνικιστικές ευαισθησίες, για να το πούμε και λίγο κομψά.

Η όλη ιστορία για την εθνική καταγωγή του Καραγκιόζη, άρχισε τον Οκτώβριο του 2009, σε μια υποεπιτροπή της UNESCO αποτελούμενη από έξι χώρες (Τουρκία, Εσθονία, Μεξικό, Β. Κορέα, Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα, και Κένυα), με πρόταση και εισήγηση του τούρκικου υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, όπου αιτούνταν την πολιτογράφηση του Καραγκιόζη και Χατζηαβάτη σαν Τούρκων, κάτι που επικύρωσε η τωρινή απόφαση της επιτροπής. Έτσι, με τη βούλα της UNESCO, ο Karagoz και ο Hacivat είναι Τούρκοι.
Για την ίδια την τέχνη του θεάτρου σκιών (ο Καραγκιόζης είναι μια μορφή του) και την καταγωγή της, αρκετές θεωρίες, έχουν κατά καιρούς δει το φως της έρευνας και της δημοσιότητας, χωρίς καμιά να τεκμηριώνεται επιστημονικά. Θεωρίες όπως εκείνη της αρχαιοελληνικής καταγωγής, η άλλη από τους νομάδες της αραβικής ερήμου, ή αυτή της νοτιοανατολικής ασιατικής καταγωγής (Κίνα κλπ.). Η σκιά ήταν πάντα ένα πρόσφορο μέσο αναπαράστασης με μυστηριακό χαρακτήρα και έπαιξε σοβαρό ρόλο στο φιλοσοφικό περιεχόμενο και στις τελετουργίες των θρησκειών. Η εκλαΐκευση της τέχνης της αναπαράστασης με σκιές, έδωσε και μια ανάλογη θεατρική δραματουργία, που αντανακλούσε το πολιτισμικό είναι της κάθε περιοχής όπου αναπτύχθηκε. Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη, θα παίξουν στην Τουρκία ο Karagoz, στην Ελλάδα ο Καραγκιόζης, στην Περσία ο Κετσέ Πεχλιβάν. Όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μια μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από τους δρόμους εξέλιξης και επικοινωνίας του θεάτρου σκιών. Από τα αρχαιοελληνικά μυστήρια στις εσχατιές της Ασίας με τις στρατιές του Μ. Αλέξανδρου και των επιγόνων του, από το Σιάμ στην Τουρκία με κάποιον Μαυρομάτη, από την Περσία, στην Τουρκία μέσω του Πέρση Σεΐχη Μεχμέτ Κιουστερή (του οποίου τον τάφο δείχνουν στην Προύσα ως τάφο του Καραγκιόζη) και άλλους πολλούς δρόμους και παραδρόμους, λάστιχα για να τα τεντώνει καθένας όπως και όσο θέλει, ανάλογα με τα σημεία των καιρών και τις ιδιοτελείς προθέσεις του.
Το τούρκικο θέατρο σκιών ξεκινά την πορεία του τον 16ο αιώνα, μετά την κατάκτηση των Μαμελούκων στην Αίγυπτο, απ’ όπου πάρα πολύ πιθανό να γνώρισαν και ιδιοποιήθηκαν. Στην ίδια την Αίγυπτο εντοπίζεται από τον 13ο αιώνα, ενώ υπάρχει και στο Αλγέρι. Σαν θέαμα ξεκινά την καριέρα του στα όρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, στα παλάτια των σουλτάνων, απ’ όπου γρήγορα «δραπετεύει» για να πάρει θρησκευτικό και αργότερα λαϊκό περιεχόμενο, για να καταλήξει αντικατοπτρίζοντας τον οθωμανικό μαχαλά του 19ου αιώνα, κάτι που πολύ λίγο άλλαξε μέχρι τις μέρες μας. Για τον ίδιο τον Καραγκιόζη και τον Χατζηαβάτη κυκλοφορούν κάμποσα παραμυθάκια (λαϊκή παράδοση είναι αυτή!). `Ήταν λέει χτιστάδες στην Προύσα ή ο Χατζηαβάτης έμπορος κι ο Καραγκιόζης αγγελιοφόρος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κι άλλα χαριτωμένα για «να λέμε και να γελάμε».
Στην Ελλάδα ο Καραγκιόζης σαν τέχνη λαϊκή αναπτύσσεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με εμφανή τα αγροτο-δημοτικά χαρακτηριστικά του. Σαν θέαμα εισαγόμενο, είτε με τον Γιάννη Μπράχαλη, είτε από τους ηπειρώτες καραγκιοζοπαίχτες, είναι δάνειο από τον τούρκικο Καραγκιόζη, στα πλαίσια της εξάπλωσης του στην οθωμανική αυτοκρατορία. Στα χέρια άξιων Ελλήνων καραγκιοζοπαιχτών με κορυφαίο τον πατέρα του ελληνικού Καραγκιόζη, Μίμαρο (Δημήτριος Σαρδούνης), εξελληνίζεται. Θέατρο πέρα για πέρα λαϊκό στην Ελλάδα, ο Καραγκιόζης αφουγκράζεται τον κοινωνικό του περίγυρο και χωρίς κανένα δισταγμό προσεταιρίζεται κάθε πτυχή της προφορικής μας παράδοσης αφήνοντας ξέφρενα τη φαντασία του να συμπληρώσει, να αναπλάσει ή και να διαστρέψει ακόμα, ανάλογα με τις απαιτήσεις της «μάντρας». Απορροφά με την ιδιαίτερη και ιδιόμορφη λαϊκή οπτική του γωνία το πολιτισμικό μας είναι στην εξέλιξη του, την ιστορία μας και τους αγώνες του λαού μας και τα κάνει στο πανάκι του, κομμάτι της ζωής χειροπιαστό. Πήρε τα όνειρα και τα μεράκια μας και τα έκανε γέλιο, τα έκανε δάκρυ, τα έκανε θέατρο. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, το παραδοσιακό ρεπερτόριο του Καραγκιόζη σχηματοποιείται με έντονο το ηθογραφικό, λαογραφικό και πατριωτικό περιεχόμενο. Η άνοδος των αστικών κέντρων μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και οι πληθυσμιακές και τεχνολογικές ανακατατάξεις μετατοπίζουν τις εξελίξεις στην Αθήνα που γεμίζει μπερντέδες. Όμως το πολιτισμικό εποικοδόμημα των αντιθέσεων που έρχονται από τις προσπάθειες περάσματος της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας, σε μια άλλη πάνω σε αστικά πρότυπα, αντανακλάται και στον Καραγκιόζη, με κύριο εκφραστή τον Μόλλα και τις εκσυγχρονιστικές του προσπάθειες. Η ώρα του έντεχνου Καραγκιόζη έχει φτάσει.
Λοιπόν τι είναι ο Καραγκιόζης στην Ελλάδα, αυτόχθονας «αναντάμ μπαμπαντάμ» (Μπίρης), πρόσφυγας (Φωτιάδης) ή «ο καθρέπτης που μέσα του βλέπει η κοινωνία τις ρυτίδες της» (Σκαρίμπας); Το ντόπιο θέατρο σκιών είναι ένας θεατρικός μικρόκοσμος, καθρέπτης και καρικατούρα της πραγματικότητας, δοσμένος με υπερβολή και λαϊκή αφέλεια που πάντα ξαφνιάζει για το φιλοσοφικό βάθος και που πάντα έχει με το μέρος του τη συναίνεση και παραδοχή του «αξιότιμου κοινού». Το κωμικό δεν ξεπηδά από μια φωτογραφική αναπαράσταση του κοινωνικού και πολιτισμικού περίγυρου, αλλά από μια σκωπτική κατάθεση συλλογικών και ατομικών ταξικών αντιθέσεων, που αγγίζουν τα όρια του σουρεαλισμού, με όπλο το χιούμορ και λιγότερο τη σάτιρα, ένα δείγμα πνευματικής ανάτασης του λαού μας. Το τραγικό χιούμορ του Καραγκιόζη, αναμφίβολα σφραγίζει την οδυνηρή μα και συνάμα ταξική αυτογνωσία του λαού μας. Αυτός είναι ο δικός μας ο Καραγκιόζης και μ’ αυτόν μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές. Τα όποια δάνεια και δεν είναι μόνο τα τούρκικα, οφείλονται στην κοινή κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή των λαών της περιοχής κάτω από τη σκέπη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου ιδιαίτερα στις παραδοσιακές και προφορικές τέχνες η αφομοίωση μιας πολύ-πολιτισμικής καθημερινότητας και η μετουσίωση της σε τέχνη δεν ήταν ένα παράξενο γεγονός.
Κι όμως δρόμοι τέχνης και όχι μόνο (θυμηθείτε τον τελεμέ, τον μπακλαβά και δεν ξέρω τι άλλο), που μας ένωναν, φαίνεται ότι μέσα στο γενικό κλίμα των αντιθέσεων των αστικών τάξεων των δυο χωρών και των όποιων συμφερόντων τους, να φαντάζουν σαν αιτίες διαχωρισμού και διαπάλης.
Αυτές τις μέρες στην Ελλάδα γινόμαστε μάρτυρες μύριων όσων διαφόρου περιεχομένου τοποθετήσεων στα ΜΜΕ για τον Καραγκιόζη. Το υπουργείο Πολιτισμού καταγγέλλεται για την αδιαφορία του (εδώ την κηδεία του Σπαθάρη αρνήθηκε να πληρώσει), το Πανελλήνιο Σωματείο Καραγκιοζοπαικτών χρόνια τώρα, μάταια προσπαθεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του Καραγκιοζάκου μας (από πέρσι έχει επισημάνει στους αρμόδιους τις επίσημες προθέσεις των γειτόνων) και προσπαθεί με τη συμμετοχή μελών του σε Φεστιβάλ στη γείτονα, να γεφυρώσει το χάσμα που μας χωρίζει και να συμβάλλει στην αλληλογνωριμία, αλληλοκατανόηση και αλληλεγγύη των δυο λαών. Η απόφαση της γνωστής και μη εξαιρετέας για τα «πεπραγμένα» και τις πρέσβειρες της, UNESCO, έρχεται να υποδαυλίσει ένθεν και ένθεν του Αιγαίου, επικίνδυνες για το μέλλον και τη φιλία των δύο λαών καταστάσεις. Κι όμως ο Καραγκιόζης, ο Karagoz, η Ελλάδα, η Τουρκία, όλος ο γιαλατζί ντουνιάς έχουν δικαίωμα στο όνειρο. Ας γίνει στις χώρες μας ο μπερντές κοινωνικός δεσμός επικοινωνίας, ενεργητικό διεκδικητικό αίτημα για ένα καλύτερο αύριο, γέφυρα αλληλεγγύης, αιώνια πίστη για το αύριο και τα πεπρωμένα του. Όσο για την καταγωγή του Καραγκιόζη, ας μου συγχωρεθεί, αλλά μ’ αυτά τα σημεία των καιρών, άρχισα κι εγώ να έχω κρίση ταυτότητας, βλέπετε και Χατζή (Προσκυνητή, στα τούρκικα) με λένε καί προσφυγικής καταγωγής είμαι (παλιά μας λέγανε τουρκόσπορους οι ντόπιοι). Τούρκοι και Έλληνες, ας αποδώσουμε τον Καραγκιόζη εκεί πού πάντα ανήκε, στο λαό, και για τους λαούς δεν υπάρχουν σύνορα.
Στην Ελλάδα ο Καραγκιόζης πρόσωπο συμβολικό και διαχρονικό, έχει βιώσει τα πάθη του χθες και ζει την αγωνία του σήμερα, απηχώντας μ’ όλες τις υπερβολές και τα λάθη του ακόμη, τη λαϊκή διάθεση, όπως αυτή διαμορφώνεται κάτω από την επιρροή των κοινωνικών μετασχηματισμών στους χώρους των ανθρωπομαζώξεων της δημόσιας κοινωνικής ζωής. Σαν όλους, σαν ένας από εμάς ο Καραγκιόζης πάντα θα φοβάται αυτά που θα γίνονται γι’ αυτόν, χωρίς αυτόν. Ο Καραγκιόζης πρόσφερε πολλά στο λαό μας και δεν του πρέπει η ευτέλεια ενός πολιτισμού προκάτ, κομμένου και ραμμένου στα χνάρια της μικροπολιτικής και της ιδιοτέλειας. Σήμερα στην Ελλάδα της κρίσης και των μέτρων σταθερότητας, το αριστοφανικά τραγικό «πεινάω» του Καραγκιόζη κλιμακώνει την πίκρα και την οργή του για τα τόσα πάθη μας και προδιαγράφει το δρόμο του αγώνα για να πάρουν τα όνειρα του εκδίκηση. Αυτός είναι ο Καραγκιόζης που μας ενδιαφέρει, ο δικός μας Καραγκιόζης, ένας άνθρωπος με πολύ παρελθόν κι ακόμα περισσότερο μέλλον. Ένας ξιπόλητος φίλος, τόσο παλιός και τόσο επίκαιρος, όσο τα μπαλώματα της κοινωνίας μας.
Γιάννης Χατζής
ΥΓ: Κάποτε οι Καραγκιοζοπαίχτες πήγαν στον Γιώργο Παπανδρέου (παππού), για να ζητήσουν δικαίωμα σύνταξης. Αυτός τους ρώτησε «καλά με τη σύνταξη, παπούτσια όμως στον Καραγκιόζη, πότε θα βάλετε;».

ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΙΟΥΝΗ στο στεκι ΣΦΕΝΤΟΝΑ

Παρασκευή 11/6 20:00
ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Η ιστορία δύο αφγανών και η περιπέτεια τους μέχρι το Λονδίνο

Παρασκευή 18/6 20:00
ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΤΟΥ BROADWAY
Πώς αντιμετώπισαν οι καλλιτέχνες την οικονομική κρίση την περίοδο του New Deal, το 29-30,

Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Καββαδία, , , ,

μελοποιημενη ποιηση με την μοναδικη φωνη της μαριας δημητριαδη:

αν η μισή μου καρδια,  δρομοι παλιοι,   ο φασισμος,ετσι πρεπει να γινει και ετσι θα γινει, μικροκοσμος,  τη ρωμιοσυνη μη τη κλαις,  «αναγκη να σε πάρω εγω»  ο κυκλος με τη κιμωλια μπρεχτ, οι γεροντοι, ροζα λουξεμπουργκ, η μπαλαντα του ξεσηκωμου,  ο λεβεντης

βιντεο: αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος,

στίχοι: αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

κριτικές βιβλίων,

βιβλία,

Τα βιντεάκια της νίνας γεωργιάδου,,,,,

και ένα τραγουδι για τη Γάζα ,

προβολη πολιτικού ντοκυμαντερ στη «σφεντονα»,

Αυτοί που αρπάζουν…,

Advertisements
Be the first to start a conversation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: